επισυναγωγή

ἐπισυναγωγή, ή (AM) [επισυνάγω]
συγκέντρωση σ’ έναν τόπο («ἕως ἂν συναγάγῃ ὁ Θεὸς ἐπισυναγωγήν τοῡ λαοῡ», ΠΔ)
2. συγκέντρωση πιστών σε τόπο λατρείας
αρχ.
1. συγκέντρωση χρηματικού ποσού
2. περιληπτική θέα, σύνοψη
3. στον πληθ. αἱ ἐπισυναγωγαί
διαδοχικές προσθέσεις
4. αστρολ. σύνοδος πλανητών.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπισυναγωγῇ — ἐπισυναγωγή gathering fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπισυναγωγή — gathering fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπισυναγωγαῖς — ἐπισυναγωγή gathering fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπισυναγωγῆς — ἐπισυναγωγή gathering fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπισυναγωγήν — ἐπισυναγωγή gathering fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπισυναγωγῶν — ἐπισυναγωγή gathering fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπισυναγωγάς — ἐπισυναγωγά̱ς , ἐπισυναγωγή gathering fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.